τηλικοῦτος


τηλικοῦτος
3 столь великий

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "τηλικοῦτος" в других словарях:

  • τηλικοῦτος — of such an age masc/fem nom sg τηλικοῦτος of such an age masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικούτος — τηλικαύτη, τηλικοῡτον, Α 1. τέτοιας ηλικίας, τηλικόσδε* (α. «διδάσκεσθαι βαρὺ τῷ τηλικούτῳ», Αισχύλ. β. «ὅν, εἰ καὶ τηλικοῡτον ὄντα ἀπεκτείνατε», Λυσ.) 2. τόσο μεγάλος, ως προς το μέγεθος, το ποσόν ή την αξία (α. «ἡ τηλικαύτη ἀρχή», Πλάτ. β.… …   Dictionary of Greek

  • τηλικούτω — τηλικοῦτος of such an age masc nom/voc/acc dual τηλικοῦτος of such an age masc gen sg (doric aeolic) τηλικοῦτος of such an age neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικουτονί — τηλικοῦτος of such an age masc acc sg τηλικοῦτος of such an age neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικοῦτον — τηλικοῦτος of such an age neut nom/voc/acc sg τηλικοῦτος of such an age masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικούτοις — τηλικοῦτος of such an age neut dat pl τηλικοῦτος of such an age masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικούτοισι — τηλικοῦτος of such an age neut dat pl (epic ionic aeolic) τηλικοῦτος of such an age masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικούτοισιν — τηλικοῦτος of such an age neut dat pl (epic ionic aeolic) τηλικοῦτος of such an age masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικούτου — τηλικοῦτος of such an age masc gen sg τηλικοῦτος of such an age neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικούτων — τηλικοῦτος of such an age masc gen pl τηλικοῦτος of such an age neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τηλικούτῳ — τηλικοῦτος of such an age neut dat sg τηλικοῦτος of such an age masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)